Narratives

ΔΙΗΓΗΜΑ 1

Συγγραφέας Μαριλένα Πόλη, Κατοχυρωμένα Πνευματικά Δικαιώματα.

Τίτλος: Κάτω στην Αμμόχωστο, ώρα να ανθίσουν οι λεμονιές να νεώσει ο λεμονανθός τη φύση

Θυμάμαι σαν χτες την πρώτη φορά που επισκέφτηκα τους παππούδες μου. Το ταξί επιτέλους σταμάτησε μπροστά σε ένα πετρόκτιστο παραδοσιακό σπίτι. Το δίωρο ταξίδι μας είχε μουδιάσει. Καθόμασταν ο ένας πάνω στο άλλο σαν σαρδέλες. Κατεβήκαμε, ο ήλιος έκαιγε. Η πόρτα του σπιτιού ήταν ανοικτή και μπούκαρα μέσα όπως οι υπόλοιποι. Ο παππούς καθόταν και ατένιζε την θάλασσα, η ανάπηρη μου γιαγιά ήταν η πρώτη που μας χαιρέτησε. Η θάλασσα φαινόταν μπλε και αφρισμένη σαν το χρώμα των ματιών της. Σαν να αναστήθηκε ο τόπος με την παρουσία μας. Τα μικρότερα παιδιά της οικογένειας είχαν αρχίσει ήδη το παιχνίδι. Ο τόπος ήταν σαν να είχε πλαστεί για μας. Η αδερφή του παππού μου ήρθε να μας χαιρετήσει τελευταία γιατί όταν ήρθαμε ήταν στα χωράφια και βοσκούσε τις κατσίκες. Μας φίλησε, μας αγκάλιασε, τα μάτια της βουρκωμένα.

-Ήρθατε επιτέλους. Καλώς ορίσατε.

-Είναι για λίγες μέρες θεία και πρέπει να πάμε πίσω.

-Τι άκουσες παιδί μου, θα γενεί ελευθερία;

-Ακόμα λίγο καιρό και θα έρθουμε για πάντα πίσω. Μεν μαραζώνεις.

Έτσι την παρηγορούσε πάντα ο θείος μου. Η γιαγιά Ελένη ήταν χαρούμενη άμα μας έβλεπε. Ήταν σαν να άνθιζε το πρόσωπο της αλλά σαν φεύγαμε στεναχωριόταν και πάλι. Ο παππούς μας είχε έτοιμους φωλιούς και αχινούς, φρέσκους από προηγούμενη μέρα που ήτανε στην ακρογιαλιά. Εγώ τα φοβόμουνα αυτά τα φαγητά να τα δοκιμάσω αλλά οι μεγαλύτεροι τα λατρεύανε. Μου έλεγε ο παππούς ότι ο άνθρωπος που δοκιμάζει μαθαίνει και εξελίσσεται αλλά αυτός που φοβάται μένει στάσιμος. Μα και πάλι δεν έλεγε να φάω ούτε ένα φωλιό ή από εκείνους τους αγκαθερούς αχινούς. Ευλαβικά κάθε Κυριακή πηγαίναμε στην εκκλησία με τα πόδια επειδή τότε δεν μας αφήναν στο οδόφραγμα να περάσουμε το αυτοκίνητο. μας έπαιρνε μια ώρα περπάτημα να φτάσουμε εκεί. Πρώτος ξεκινούσε ο θείος, ενωρίς το πρωί, για να έχει χρόνο να φτάσει αρκετά πριν την ώρα που έπρεπε να χτυπήσει την καμπάνα. Μας αφήναν να χτυπούμε την καμπάνα μόνο τις γιορτές. Με το άκουσμα της καμπάνας άρχιζαν οι εγκλωβισμένοι βιαστικά να κινούν για την εκκλησία. Ο λιγοστός κόσμος έκανε ομάδες στο προαύλιο. Έλεγε τα δικά του, τον πόνο του, το παράπονο του για τα γεγονότα. Εγώ τους παρατηρούσα. Ήξεραν το όνομα μου χωρίς να τους το πω. Ήταν σαν να τους ήξερα για χρόνια, τα ζαρωμένα τους πρόσωπα, το καρτερικό τους βλέμμα, το πως και το γιατί ζωγραφισμένο στο πρόσωπο τους. Μα εγώ δεν καταλάβαινα και πολύ πού ήμουνα και γιατί τα πράγματα ήταν έτσι. Όμως ο τόπος σε σκλάβωνε, σε έκανε ένα μαζί του. Σε ανάσταινε με την ομορφιά του και σε σκότωνε με την θλίψη του. Ήταν πολύ πιο διαφορετικά από τις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου. Όλα ήταν αλλιώτικα μα όλα αληθινά. Από την αλλαγή στην διάθεση της μάνας μου, από λυπημένη σε χαρούμενη μέχρι το ότι ο τρόπος διαβίωσης σε έπαιρνε χρόνια πίσω. Μου έκανε εντύπωση πως το ρολόι φαινόταν να είχε σταματήσει στο 1974. Τα ερειπωμένα σπίτια έμοιαζαν να χάσκουν σαρκαστικά στα μάτια των περαστικών. Χωρίς παράθυρα και πόρτες, άφηναν τους αέρηδες να γυροφέρνουν περασμένους διαλόγους στην έρμη σιωπή. Μερικά από αυτά τα είχαν κάνει στάβλους για τα ζώα ή αποθήκες σανού. Μπορούσες να καταλάβεις ποια σπίτια ήταν κατοικημένα από Tούρκους ή Tουρκοκύπριους διότι μέσα στις αυλές τους είχαν από δύο ή τρεις αγελάδες. Τα περισσότερα από εκείνα τα σπίτια άνηκαν προηγουμένως σε εκτοπισθέντες, και φαίνονταν απεριποίητα στο παρόν στάδιο. Το χωριό δεν είχε καθόλου ανάπτυξη μετά το 1974, δεν υπήρχαν πεζοδρόμια ή πλατύνσεις των στενών του δρόμων. Πίσω από την εκκλησία το ερειπωμένο δημοτικό που κάποτε λειτουργούσε με Ελληνοκύπριους μαθητές τώρα έλεγε τις δικές του ιστορίες αν αφουγκραζόσουν καλά μες στην σιγαλιά. Κάπου κάπου ακουγόταν ο ήχος από το μουγκανητό κάποιας αγελάδας, και το απόγευμα μόνιμο το άκουσμα του χότζα να στέλνει προσευχές στον θεό του. Αρώματα ανάμεικτα σαν τα συναισθήματα μας. Μα σαν η γιαγιά άρχιζε το ζύμωμα γινόταν το σώσε. Μου άρεσε ότι πάντα μας άφηνε και μας ζυμαράκι να κάνουμε και εμείς το δικό μας αριστούργημα. Κάθε Πάσχα οι δυο μας παραδοσιακοί φούρνοι γέμιζαν με κουλούρια, φλαούνες και αυγωτές. Έβλεπα την γιαγιά Βασιλού να παλεύει μέσα στην σκάφη. Να αναμιγνύει τόσα υλικά και σε τόσο διαφορετικές ποσότητες που ποτέ δεν θα μπορούσα να συγκρατήσω στο μικρό μου μυαλουδάκι. Την έβλεπα μαγνητισμένη να πλάθει το ζυμάρι με τόσο ζήλο που δεν είδα πουθενά αλλού. Στο τέλος η μυρωδιά του φουρνισμένου ψωμιού γέμιζε τα δωμάτια, γέμιζε και τις καρδιές μας. Και όπως οι τρεις μέρες περνούσαν εκεί γρήγορα, έτσι οι μήνες μέχρι να μας ξαναδώσουν άδεια να επισκεφτούμε τους συγγενείς μας αργούσαν. Στο οδόφραγμα του Ledra Palace μας έκαναν πάντα έλεγχο αποσκευών. Κάποτε μας κάτεσχαν τα μπισκότα μας, και κάποιες φορές μας άφηναν να περάσουμε χωρίς να πάρουν τίποτα. Μα δεν με ένοιαζε για τα μπισκότα μου. Φοβόμουν μονάχα μήπως και δεν μας άφηναν τελικά να περάσουμε, διότι μας καρτερούσαν να πάμε, είχανε έτοιμα τα τραπέζια, προετοιμάζονταν για μέρες για τον ερχομό μας. Δεν είχαν τίποτε άλλο να περιμένουν παρά μόνο εμάς. Μια μέρα περιμέναμε μήνυμα από τον Ερυθρό Σταυρό, γιατί θα έφερναν τον παππού στο νοσοκομείο της Λευκωσίας. Ήταν άρρωστος σοβαρά με τους νεφρούς του και έπρεπε να κάνει εγχείριση ξανά. Τότε ήμουν μόλις έξι χρονών. Κι όμως ακόμα θυμούμαι και δεν θα ξεχάσω εκείνες τις μέρες. Το ταξί με τον παππού έτρεχε βιαστικά. Ο Ισμαήλ είχε καταλάβει ότι ο παππούς δεν θα άντεχε για πολύ. Δεν ήξερε τι να του πει, μα ήξερε ότι δεν θα άφηνε να του συμβεί κάτι. Ήταν χαρούμενος που τα κατάφερε να οδηγήσει τόσο γρήγορα και είχαν φτάσει στο οδόφραγμα σε μόνο μια ώρα από την Αγία Τριάδα. Σκεφτόταν ότι από εδώ και πέρα θα ήταν πιο εύκολα τα πράγματα για τον παππού. Ότι θα τον έπαιρναν αμέσως στο νοσοκομείο. Τον κατέβασε με προσοχή, ο παππούς δεν μπορούσε πλέον να περπατήσει, είχε καταρρεύσει. Η κατάσταση του δεν ήταν καθόλου καλή. Ο Ισμαήλ φώναξε στον Τούρκο αστυνομικό να καλέσει το ασθενοφόρο. Μα οι κατοχικές αρχές είχαν να κάνουν τον έλεγχο τους πρώτα. Καθυστερούσαν να τους αφήσουν να περάσουν όπως πάντα. Το ασθενοφόρο δεν μπορούσε να πλησιάσει. Όταν τελικά το άφησαν μετά από μία ώρα ήταν αργά. Ο παππούς δεν πρόλαβε να δει την ελευθερία. Δεν είχε την ευκαιρία να ζήσει τα παιδιά, τα εγγόνια του και τα δισέγγονα του. Απεβίωσε εκείνην την ώρα. Έτσι απλά τελειώνουν οι άνθρωποι, μα δύσκολα ξεχνιούνται. Κάποτε κάποιοι μεγαλώνουν κάπως απότομα. Δεν μπόρεσα ποτέ μου να εκφράσω τα συναισθήματα μου για τα όσα έγιναν. Τα κράτησα μέσα μου, και έγιναν θεριά. Η άνοιξη ήρθε και πάλι, η αδερφή μου έγινε το νέο μέλος της οικογένειας και ο παππούς έφυγε. Όλα ήταν όπως παλιά και τίποτε όπως πριν. Στο κατεχόμενο χωριό φορούσανε όλοι μαύρα και ήταν σαν να μην ήρθε η άνοιξη. Μα ήταν χαρά θεού έξω, τα χωράφια έτοιμα για το θέρος. Ο τόπος ανθισμένος, ο ουρανός καθάριος και αέρας ζεστό χάδι στο λαιμό. Παράξενο να βρίσκεις την ελευθερία σου σε ένα τόπο τόσο σκλαβωμένο. Μα έτσι ήταν. Τα παιχνίδια που παίζαμε, το γαϊδουράκι που καβαλικεύαμε, τα κατσικάκια που ταΐζαμε, όλα μαζί έφτιαχναν μια εικόνα αλλιώτικη. Μακρινή από την καθημερινότητα. Και εγώ ήθελα να είχα την δύναμη να ήμουν σίγουρη. Να ήμουν σίγουρη ότι μπορούσα να τους προστατέψω από τους φόβους τους. Θα ήθελα να μπορούσα να διαβεβαιώσω την γιαγιά Βασιλού ότι δεν θα τους ξεσπίτωναν οι Τούρκοι. Θα ήθελα να μπορούσα να γίνω βάλσαμο στις πληγές της ανάπηρης μου γιαγιάς, η οποία βασανιζόταν κάθε μέρα μα δεν παραπονιόταν. Δεν ήθελε να αφήσει τον τόπο της. Όμως ήξερα ότι ήταν πραγματικά δύσκολα και για τις δυο γιαγιάδες, διότι φρόντιζε η μια την άλλη. Η γιαγιά σαν φεύγαμε άκουγε το ράδιο της υπομονετικά και περίμενε μήνυμα για τους εγκλωβισμένους. Η μοναδική της διασκέδαση. -Να έρχεστε να σας βλέπω. Πότε θα ξαναρθείτε; Η πρώτη της κουβέντα όταν ερχόμασταν και η ίδια όταν φεύγαμε. Η μητέρα μου της είχε αδυναμία μα εγώ όχι. Καθόμουν όμως κοντά της όπως έκανε και ο παππούς με τις ώρες για παρέα. Μετανιώνω για τις λιγοστές μέρες που είχα στην διάθεση μου στο χωριό χωρίς να της δώσω ιδιαίτερη προσοχή. Ο χρόνος περνά και δεν επιστρέφει. Μα ξέρω ότι με αγαπούσε και ότι ο μόνος λόγος που ζούσε ήταν εκείνες τριήμερες ήμερες επισκέψεις μας. Μου έλεγε να πάω μια βόλτα να δω τα λεμονόδεντρα στην θέση της. Ένας περίπατος στα λεμονόδεντρα της αυλής μας. Κάποια από τα δεντράκια δεν έχουν ανθήσει ακόμα, τα φύτεψε ο παππούς πριν φύγει. Τα βλέπαμε μαζί με την Λέιλα, την κόρη του Ισμαήλ. Τότε κάναμε πολύ παρέα. Με τα χρόνια να περνούν, όλοι μας μεγαλώσαμε, τα ξαδέρφια μου, η αδερφή μου, εγώ. Οι τελευταίοι δυο μου εγκλωβισμένοι συγγενείς και οι υπόλοιποι συγχωριανοί γεράσανε πιο πολύ. Το Kυπριακό δεν λυνόταν και μείναμε από δικαιολογίες να λέμε στην γιαγιά Βασιλού. Τι κουράγιο να της δώσουμε, που δεν μας είχε μείνει δράμι. Καθώς μεγαλώνουν οι άνθρωποι λιγοστεύουν οι αντοχές τους. Μετά τον θάνατο του παππού, όλο το βάρος των δουλειών έπεσαν στην ράχη της γιαγιάς Βασιλούς. Το φρόντισμα των κατσικών, των κοτών, το θέρισμα των χωραφιών, η περιποίηση της γιαγιάς Ελένης, η φροντίδα του νοικοκυριού τόσα πολλά για ένα πλάσμα τόσο δα μικρόσωμο. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της η γιαγιά Βασιλού πάλευε να τα βγάλει πέρα. Δεν είχε άλλες δυνάμεις. Όμως έπρεπε να τα καταφέρει. Τι θα γινόταν η γιαγιά Ελένη χωρίς αυτήν; Τι θα γινόταν στα ζώα, το σπίτι αν πάθαινε κάτι;

Ήταν μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα όπως όλες τις άλλες. Έβλεπες τα πουλιά να ψάχνουν σκιά, τα ζώα να πίνουν συνέχεια νερό για να δροσιστούν. Κάπου κάπου ένα αεράκι φυσούσε. Η γιαγιά Βασιλού έτρεχε να κλείσει το νερό που έβαλε να ποτίσει το περιβόλι. Έτρεχε σαν πρώτα που ήταν κοπελίτσα. Μα δεν ήταν πλέον νέα και δεν το είχε ακόμα συνειδητοποιήσει. Ξαφνικά ένιωσε ένα πόνο στην καρδιά, νόμιζε ότι θα περάσει μα δεν περνούσε ούτε σε ένα ούτε σε 31 λεπτά. Έλεγε ότι θα γινόταν καλύτερα μα κάπου εκεί μέσα στην μέση της αυλής έχασε τις αισθήσεις της. Η γιαγιά Ελένη την είδε μα δεν μπορούσε να κάνει τίποτε παρά να φωνάζει για βοήθεια αφού δεν μπορούσε να φτάσει το τηλέφωνο. Πέρασαν τρεις ώρες, η γιαγιά άρχισε να συνέρχεται αλλά είχε χτυπήσει στο κεφάλι. Δεν μπορούσε να μετακινήσει τον εαυτό της από τον ήλιο. Εκεί που ήταν όλα μάταια περνούσε ο Γιασάρ, ένας γείτονας που έμενε λίγο παραπάνω. Άκουσε τις φωνές και πλησίασε. Κάλεσε αμέσως ασθενοφόρο και συνόδευσε την γιαγιά μέχρι το νοσοκομείο στις ελεύθερες περιοχές. Μάθαμε αργότερα ότι η γιαγιά είχε πάθει καρδιακό επεισόδιο και αφυδάτωση. Η ανάρρωση της συνιστούσε να έμενε για έξι μήνες στο κρεβάτι. Οι γιατροί αποφάσισαν να της βάλουν βηματοδότη. Μετά από την αποθεραπεία η γιαγιά αφού αισθανόταν πολύ καλύτερα την πήραμε πίσω στο κατεχόμενο χωριό της.

Έμοιαζαν σαν να έγιναν όλα σχεδόν όπως πρώτα. Η γιαγιά Βασιλού είχε ακόμα δέκα χρόνια ζωής. Στον αποχαιρετισμό αποφάσισα ότι ήθελα να ξέρει η γιαγιά Ελένη ότι παρόλο που ήμουν πάντα λίγο απόμακρη μαζί της ότι την αγαπούσα και νοιαζόμουν για αυτούς.

-Σ’ αγαπώ γιαγιά.

Δεν μου είπε τίποτε. Είχε συγκινηθεί πολύ. Μέσα μου ήξερα τι σήμαινε για αυτήν να ξέρει ότι την νιώθαμε. Ένιωθα ότι όλα γίνονταν καλύτερα μεταξύ μας. Όμως αυτή ήταν η τελευταία φορά που την έβλεπα ζωντανή. Παιχνίδια που παίζει η ζωή με την σιγουριά μας, με τα σχέδια μας. Την θάψαμε δίπλα στον παππού, στο παλιό κοιμητήριο με τους σπασμένους σταυρούς. Ο χώρος αυτός είχε μια ευλάβεια, ενέπνεε ένα σεβασμό τουλάχιστον σε μένα. Η κηδεία με τα κλάματα, με τους συγγενείς, με την κατοχική αρχή πάντα παρούσα στην εκκλησία με είχε κουράσει. Τουλάχιστον η γιαγιά ήταν πιο καλά τώρα, δεν πονούσε όπως σε αυτόν τον κόσμο.

-Έπνασε από τα βάσανα.

Έτσι έλεγαν όλοι. Συμφωνούσα και εγώ. Δεν ήταν ζωή που ζούσε. Η γιαγιά Ελένη έφυγε όπως ήσυχη ήταν στην ζωή και όταν έφυγε η σιωπή έκανε κρότο, τόσο δυνατό που κουφαίνει. Μετά την κηδεία τα εξαφάνισαν όλα τα υπάρχοντα της αποθανούσας. Τα ρούχα, το στρώμα, το ράδιο, το σκαμνάκι και την πολυθρόνα της τα έδωσαν σε άτομα που τα είχαν ανάγκη. Δεν άφησαν κάτι να την θυμίζει παρά μόνο τις εικονίτσες της. Αυτές μάλλον φοβήθηκαν να τις δώσουν. Το άτομο που επηρεάστηκε στο μέγιστο βαθμό από την θάνατο της γιαγιάς Ελένης ήταν η γιαγιά Βασιλού. Τώρα είχε μείνει εντελώς μόνη της στο πέτρινο σπιτάκι. Μετά την κηδεία, όταν φύγαμε όλοι και έσβησαν τα φώτα ξέρω πως έχυσε όσα δάκρυα δεν είχε χύσει ποτέ στην ζωή της. Μέσα σε εκείνη την γειτονιά που άλλοτε έσφυζε από τις φωνές του κόσμου, των ζώων και των οχημάτων τώρα δεν ακουγόταν τίποτε, παρά μόνο τα κοράκια που και που. Η γιαγιά Βασιλού είχε μείνει μόνη, σκυφτή και σχεδόν νικημένη από τα χρόνια.

Σε ταξιδεύει η σιωπή στο παρελθόν. Στα άδεια δωμάτια που άλλοτε φώλιαζαν τα παιδιά σου τώρα άκρα του τάφου σιωπή και πάλι σιωπή και σκόνη. Όσο και να το θέλει η ψυχή σου πρέπει να το θέλει και ο θεός και το σώμα για να αντέξεις. Η γιαγιά Βασιλού είχε ένα όνειρο το οποίο τη βοήθησε να επιβιώνει και να συνεχίζει τον αγώνα για πολλά χρόνια. Παρά τις στερήσεις, την κούραση και την αδιάκοπη προσπάθεια που έπρεπε καθημερινώς να καταβάλει προσπαθούσε να αντέξει. Να δει τα παιδιά της να επιστρέφουν πίσω στην πατρογονική γη. Το ήθελε πάρα πολύ, γιατί ήξερε ότι μπορούσε να αγωνιστεί για ένα ιδανικό, σαν μια αληθινή ηρωίδα. Και όπως πέφτουν οι ήρωες, σαν τους 300 του Λεωνίδα, έτσι έπεσε στην μάχη μια μέρα του θέρους και πάλι. Η δεύτερη φορά ήταν μοιραία, γιατί δεν ξαναγύρισε ζωντανή στο σπίτι της. Της είχε χτυπήσει εγκεφαλικό. Τους τελευταίους μήνες της ζωής της πέρασε στις ελεύθερες περιοχές, πρώτα στο νοσοκομείο και μετά το εξιτήριο την μεταφέραμε στο γηροκομείο. Οι γιατροί μας είπαν είχε νεκρώσει η μια πλευρά της, η ομιλία της είχε επηρεαστεί επίσης και υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να μην θυμάται τίποτε από την ζωή της. Αλήθεια η γιαγιά Βασιλού δεν θυμόταν και πολλά πράγματα, αλλά έμαθε να μας αναγνωρίζει. Όλως παραδόξως δεν θυμόταν τίποτα από το χωριό της στα κατεχόμενα. Για πρώτη φορά στη ζωή της είχε βρει χρόνο να παίξει χαρτιά με τις άλλες ηλικιωμένες στο γηροκομείο. Έμοιαζε με κάποιο άλλο άτομο, διαφορετικό από ότι ήταν πριν. Τώρα έπινε τον καφέ της με την ησυχία της ενώ πριν από τις δουλειές δεν τον έπινε ποτέ ζεστό. Ίσως ποτέ πριν δεν είχε τέτοια περιποίηση από ότι εκείνες τις τελευταίες της μέρες. Την έβλεπες χαρούμενη, να κάνει παρέα με τους υπόλοιπους ακόμα και να βλέπει τηλεόραση, πράγμα πρωτάκουστο για αυτήν. Δεν ξέρω πως, μα σε κάποια στιγμή κατάφερε να θυμηθεί ποια ήταν, παρόλο που οι γιατροί είχαν κάνει διαφορετική διάγνωση. Με κόπο αρχίζει να ρωτά όπως μπορούσε, το εγκεφαλικό είχε επηρεάσει την γλώσσα της, για τα ζώα της, αν κάποιος πήγε να θερίσει τα χωράφια, αν κόψαμε τα αμύγδαλα και τις ελιές. Απαιτούσε να την πάρουμε πίσω μα δεν ήταν δυνατό γιατί χρειαζόταν συνέχεια ιατρική παρακολούθηση. Η γιαγιά Βασιλού έφυγε με το παράπονο ότι δεν επέστρεψαν τα παιδιά της σπίτι. Οι περιστάσεις τα έφεραν και ριζώσαμε στην προσφυγιά. Πλέον δεν λέγονται έτσι οι προσφυγικοί συνοικισμοί, οι άνθρωποι ξεχνούν, κάποτε πολύ εύκολα. Ούτε η σημαία στον Πενταδάκτυλο δεν λέει κάτι πλέον για την πλειονότητα της νεολαίας μας. Μα σαν βγαίνει ο ήλιος από την ανατολή και σηματοδοτεί την καινούργια μέρα έτσι και η ανατολή δείχνει το δρόμο για την ανάσταση. Καθώς οι προηγούμενες γενιές έχουν δώσει την σκυτάλη σε εμάς τους νεότερους, υπάρχει το χρέος προς την μαρτυρική τους θυσία, ένας φόρος τιμής που πρέπει να πληρώσουμε. Χάρη στους εγκλωβισμένους μου συγγενείς που άντεξαν από το 1974 μέχρι το 2009 στα κατεχόμενα, έμαθα για τις ρίζες μου, για το πόσο μπορεί να αντέξει κάποιος άμα το θέλει πραγματικά. Με δίδαξαν από πού προέρχομαι και πώς πρέπει να προχωρήσω παίρνοντας παράδειγμα από τους καλύτερους δασκάλους της ζωής. Μέσα σε αυτό το ξεπούλημα της εθνικής μας κληρονομιάς, το πέτρινο σπιτάκι στέκει ακόμα σαν βράχος θυμίζοντας ότι το παιχνίδι ακόμα παίζεται και θα παίζεται. Τα κατεχόμενα αναπτύσσονται μέρα με την μέρα, αλλάζουν πρόσωπο. Οι λιγοστοί απομένοντες εγκλωβισμένοι θάβονται στην αφάνεια και στα συρτάρια του κατεστημένου. Το πλήρωμα του καιρού έρχεται για να φέρει λύσεις στο κυπριακό. Οι ξένοι εταίροι είναι σίγουροι ότι θα λυθεί σύντομα και εντός του παρόντος χρόνου. Μα για μένα έχουν ανθίσει επιτέλους οι λεμονιές που φύτεψε ο παππούς. Ό,τι και να γίνει θα είναι πάντα το σπίτι μου εκεί, με όποια διοίκηση και να είναι σε εξουσία ή λύση στο Κυπριακό πρόβλημα. Αυτό διότι κάποιοι πάλεψαν για να έχω το δικαίωμα να επισκέπτομαι το πατρικό της μητέρας μου σαν ιδιοκτήτρια και όχι σαν επισκέπτρια ή τουρίστας.

Ευχαριστώ γιαγιά Ελένη, γιαγιά Βασιλού, παππού Ζαχαρία. Αιωνία σας η μνήμη, αφανείς ήρωες μιας στερημένης γενιάς, η θυσία σας δεν πρόκειται να ξεχαστεί ποτέ.

ΔΙΗΓΗΜΑ 2

ΤΙΤΛΟΣ : Ταξίδι στην σύγχρονη ιστορία της χερσονήσου της Καρπασίας

Συγγραφέας Πόλη Μαριλένα . Απαγορεύεται η αναπαραγωγή του πιο κάτω κειμένου ή και μέρους του χωρίς την γραπτή άδεια του συγγραφέα
13/07/1974
Το καλοκαίρι κυλούσε ομαλά αν εξαιρέσει κανείς το πραξικόπημα τον προηγούμενο
μήνα και την πρώτη φάση της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Ωστόσο κανένας
δεν ήξερε με σιγουριά για το που θα οδηγούσε η όλη κατάσταση. Πολλοί
Αμμοχωστιανοί είχαν ήδη αρχίσει να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους με την σκέψη
ότι θα μπορούσαν να γυρίσουν πίσω μετά το καταλάγιασμα των επεισοδίων.
Άλλοι όμως δεν ήθελαν να αφήσουν το βιός τους, υποτιμώντας την μαινόμενη
βιαιότητα του πολέμου. Πολύ πιθανόν όσο περνούσε ο καιρός όσοι δεν προλάβαιναν
έγκαιρα να μετακινηθούν προς το νότο να εγκλωβίζονταν στο βόρειο τμήμα του
νησιού. Δυστυχώς, αυτό έγινε προς τα τέλη εκείνου του καλοκαιριού.
Σε ένα μικρό πέτρινο σπιτάκι στο χωριό Αγία Τριάδα Καρπασίας, ο Ζαχαρίας
σκεφτόταν κι αυτός να έπαιρνε την οικογένεια του και να έφευγε για κάπου πιο
ασφαλές όσο υπήρχε χρόνος. Ήδη οι πλείστοι γείτονες του είχαν πάρει αυτήν την
απόφαση. Παρόλα αυτά υπήρχαν και άλλα πράγματα πιο επείγον να σκεφτεί. Η
γυναίκα του, για παράδειγμα, χρειαζόταν επειγόντως να νοσηλευτεί γιατί είχε ένα
σοβαρό πρόβλημα στον σπόνδυλο της.
Από τις νύχτες που ακολούθησαν ο κόσμος έμενε ξάγρυπνος σαν να ήξερε ότι τα
χειρότερα ακολουθούσαν. Το πιο πρόσφατο μαντάτο μετά την δεύτερη φάση της
τουρκικής εισβολής ήταν το γκέτο όπου κανένας πλέον δεν μπορούσε να
κυκλοφορήσει ελεύθερα μετά από μια καθορισμένη ώρα την νύχτα.
Από τις 14 Αυγούστου ξεκίνησαν οι λεηλασίες εκκλησιών και περιουσιών όσον
Ελληνοκυπρίων έφυγαν για να γλιτώσουν από την εισβολή του τουρκικού στρατού.
Τα σχολεία δεν θα λειτουργούσαν τον Σεπτέμβρη εκείνης της χρονιάς για όσους
ελληνοκύπριους εγκλωβίστηκαν πλέον στην Καρπασία. Όλα ίδια μα δυσοίωνα ξένα.
Ακόμα και μερικοί Τουρκοκύπριοι που ήταν φίλοι τους, αποφεύγανε να τους
κοιτούν στα μάτια, λες και ξαφνικά έγιναν βάρος στην συνείδησή τους.
Έκανε την προσευχή του ο Ζαχαρίας και τα άφηνε όλα στον Θεό.
17/08/1974
Την άλλη μέρα το πρωί ακούγονταν φωνές έξω από τα σπίτια πάνω στο χωριό. Ο
αέρας ανέδιδε μια αναστάτωση, τα σκυλιά στις αυλές ούρλιαζαν μανιασμένα. Η
Βασιλική, η αδερφή του Ζαχαρία, ήταν ήδη στο πόδι, αναμαλλιασμένη.

Έως τότε δεν ήξερε με σιγουριά κανένας τι γινόταν. Ο Ζαχαρίας έτρεξε να προλάβει
το κακό. Είχαν έρθει και στο σπίτι του Ζαχαρία, οι στρατιώτες με τις στολές τους,
με τις εξαγριωμένες τους όψεις και την δίψα τους για αντίποινα. Τους έβλεπες να
σπρώχνουν για να μπουν μέσα στα σπίτια. Αμέσως ο Ζαχαρίας αντέδρασε
αστραπιαία.

-Νε ολτού; (τι γίνεται) τους ρώτησε.
Οι στρατιώτες τον συνέλαβαν χωρίς πολλές εξηγήσεις και έτσι έγινε
κρατούμενος χωρίς να το πάρει καλά είδηση.
Οι στιγμές περνούσαν σαν εφιάλτης που δεν είχε τελειωμό. Οι άλλοι
κρατούμενοι Ελληνοκύπριοι βρίσκονταν μαζεμένοι στον καφενέ όπου οι
στρατιώτες του Αττίλα τους γιουχάιζαν, άλλοι τους έδειχναν με το δάκτυλο και
άλλοι τους βλαστημούσαν.
Φαίνεται πως ο πόλεμος μικραίνει την μνήμη αστραπιαία, τόσο πολύ που
ολάκερες φιλίες μιας ζωής χάνονται στο κλάσμα δευτερολέπτου.
Με τηλεβόα καλούσαν τους υπόλοιπους Ελληνοκύπριους άντρες να βγουν από
τα σπίτια τους.
Τελικά τους έστησαν σε ένα κύκλο και στέκονταν για ώρες κάτω από τον καυτό

ήλιο. Όποιος δοκίμαζε να καθίσει τον ανάγκαζαν να σηκωθεί αμέσως.
Μεσημέρι της ίδιας μέρας
Κάποια στιγμή οι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν με φορτηγά στο Λεονάρισσο. Δεν
υποψιάζονταν οι κρατούμενοι τι μοίρα τους περίμενε ή τί θα τους έκαναν. Πότε
θα επέστρεφαν, δηλαδή αν θα επέστρεφαν, πώς θα επιστρέφανε και αν θα
κατάφερναν να συνεχίσουνε την ζωή τους όπως πριν.
Μετά τις κτηνωδίες που έγιναν νωρίτερα τον προηγούμενο μήνα ενάντια σε
τουρκοκυπριακά χωριά από την ΕΟΚΑ β όλα μπορούσανε να τα περιμένουν.
Έτσι είναι ο πόλεμος, κανένας νικητής, όλοι χαμένοι, κάποιοι πιο λίγο κάποιοι
πιο πολύ.
Για να εκτιμούμε εμείς οι άνθρωποι την ασημαντότητα κάθε απειροελάχιστης
στιγμής εν ώρα ειρήνης.

Έκανε ζέστη, ήθελαν όλοι νερό. Στον αστυνομικό σταθμό του Λεονάρισσου τους
έμπασαν σε κάτι βρώμικα κελιά. Κάποιοι κρατούμενοι ήταν αντιστασιακοί για
την ένωση με την Ελλάδα και είχαν πάρει μέρος στα επεισόδια στο Τρίκωμο.
Απέναντι ο Τούρκος φρουρός βλαστημούσε κάθε λίγο, φαίνεται είχε και αυτός
βαρεθεί την αγωνία της στιγμής.
Κάποιοι από τους συγκρατούμενους ήθελαν ησυχία, άλλοι αγχώνονταν όλο και
πιο πολύ όσο περνούσε η ώρα.
Σε μια στιγμή ήρθε ο ένας προϊστάμενος της τουρκικής αστυνομίας και διέταξε
να βγάλουνε τους κρατούμενους έξω από το κελί. Τους χαμογέλασε με μια
γκριμάτσα κιόλας, και όλοι του ανταπέδωσαν το χαμόγελο νομίζοντας ότι θα
τους άφηναν να πάνε σπίτι.
Μα δεν προκάναν να βγουν οι αιχμάλωτοι από τον αστυνομικό σταθμό και τους
παρέλαβε ομάδα γκρίζων λύκων με ρόπαλα και πέτρες. Ήταν απρόβλεπτα καλά
στημένο παιχνίδι, κανένας δεν το υποψιαζόταν. Ούτε στους ηλικιωμένους, ούτε
στα παιδιά έδειξαν έλεος. Τους έσπρωχναν σαν σακούλια, σαν κατάρα που δεν
λυνόταν παρά με το αίμα αθώων. Όσοι δεν έπεσαν αναίσθητοι από το ξύλο είχαν
άλλη τύχη. Οι στρατιωτικοί διάλεξαν κάποιους από αυτούς και τους στοίβαξαν

σε φορτηγά.
Προτελευταίος προορισμός των φορτηγών, το λιμανάκι της Κερύνειας. Τα νερά
της θάλασσας σήμερα ήταν λάδι, ιδανικά για ταξίδι όπως σχολίαζε ο Τούρκος
λοχαγός.
Ένα παλιό σάπιο καράβι έχασκε αινιγματικά πρώτο στη σειρά της μικρής
προκυμαίας, το όνομα του «Ζαφέρ».
Πέρασαν ώρες, κάποιοι κρατούμενοι κοιμήθηκαν πάνω στην προκυμαία του Ζαφέρ.
Ξημέρωσε και η Κύπρος πλέον είχε χαθεί από τον ορίζοντα.
Κάποτε ξεπρόβαλαν τα Άδανα της Τουρκίας, ο τελικός προορισμός του καραβιού.
Σαν μια στερνή εικόνα της ομορφιάς του κόσμου ανέτειλε το ηλιοβασίλεμα. Τα
μυριάδες χρώματα της ανατολής του ήλιου καθρεφτίζονταν στα νερά ανακατωμένα
με τα ενθουσιώδη τσιρίγματα των γλάρων.
Ένα νεαρός κρατούμενος αναστέναξε, η ζωή πράγματι είναι ωραία ειδικά άμα
μπορείς να την απολαύσεις. Αυτός δεν έζησε την δική του καθόλου. Ορφανός από
μικρό παιδί τον έβλεπες ξυπόλυτο να φυτεύει καπνά στα χωράφια για ένα

μεροκάματο, να ζήσει τις τρεις αδερφές του, να τις προικίσει. Ο ίδιος δεν κατάφερε
να παντρευτεί ποτέ. Μετά πάσχιζε στον αγώνα ενάντια στις αδικίες που τραβούσε ο
τόπος με την αγγλοκρατία.
Και δεν ήταν ο πρώτος Ελληνοκύπριος ούτε ο τελευταίος που αγωνιζόταν για κάτι
καλύτερο για τον τόπο του.
Εντωμεταξύ στην προκυμαία μαζεύτηκε κόσμος και περίμενε.
Οι στρατιώτες κατέβασαν τους κρατούμενους βάναυσα. Όλα μύριζαν έναν αέρα
αλλιώτικο στα Άδανα, αδιάλειπτα ανατολίτικο, μα το μπαχάρι και κανέλα από τα
ντόπια κουλούρια ξεχώριζε.
Ο κόσμος ετοιμαζόταν να γυρίσει σπίτι από τις εργασίες του, δεν έδινε σημασία
στους κακοπαθημένους κρατούμενους. Ίσως είχαν συνηθίσει οι ντόπιοι να φέρνουν
σκλάβους για τα παζάρια της ανατολής…. Κάποια γριούλα τους λυπήθηκε και πήγε
να προσφέρει λίγο νερό. Την έσπρωξαν μακριά οι στρατιώτες την ίδια στιγμή.
Μερικοί από τους αιχμαλώτους ήταν αντιδραστικοί. Έψαχναν ευκαιρία να
δραπετεύσουν και την βρήκαν μέσα στην χασούρα. Αλλά όρμησαν οι στρατιώτες
πίσω τους. Δεν είχε περάσει λίγη ώρα και τους έπιασαν. Προορίζονταν για ομαδική εκτέλεση όλοι οι κρατούμενοι, ανεξαιρέτως.
Οι στρατιώτες τους οδήγησαν κάπου ερημικά, δυο ώρες πεζοπορία. Φτυαριά με
φτυαριά τους διέταξαν ν’ ανοίξουν τον τάφο τους. Κι ήταν τα χέρια των
κρατούμενων μαθημένα που έσκαβαν τα χωράφια με ζήλο και όρεξη για ζήση. Τώρα
κάθε φτυαριά μετρούσε αντίστροφα για το ραντεβού τους στο πάνθεο των ηρώων.
Έτσι τελειώνει κάποτε η ανθρώπινη ζωή χωρίς πολλά λόγια, κλάματα και
αποχαιρετισμούς…
Πίσω οι δικοί τους, δεν έμαθε ποτέ τι έγιναν οι άνθρωποι τους. Αγνοούνται από τότε
λέει και θα αγνοούνται για πάντα μάλλον.
Κάποιοι συγγενείς πιστεύουν ότι τους άφησαν ελεύθερους να συνεχίσουν την ζωή
τους στα βάθη της Τουρκίας και ότι έκαναν οικογένειες κιόλας. Πλάνες παρηγοριές
για να ηρεμούν κάποιες μάνες λίγο από τον αλύτρωτο πόνο.
Ο Ζαχαρίας δεν πίστευε ότι επέζησαν με οποιοδήποτε τρόπο οι κρατούμενοι που
μεταφέρθηκαν στα Άδανα. Αυτόν δεν τον πήγαν εκεί, γιατί λιποθύμησε την ώρα της
ενέδρας. Τον άφησαν να φύγει μετά από λίγες μέρες κράτησης. Ήταν Κυριακή η
μέρα που έμαθε πως θα επέστρεφε πίσω στο χωριό του.

Αλλά ο θάνατος θα ήταν πιο λυτρωτικός σε έτσι καιρούς γιατί οι κανονικοί ήρωες
πεθαίνουν μόνο μια φορά. Οι εγκλωβισμένοι είχαν να ζήσουν τα επακόλουθα μιας
κατοχής που θέριευε μέρα με την μέρα.
Και ότι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό, έτσι λένε.
Όμως δεν ένιωθαν δυνατοί οι πλείστοι άνδρες που καταφέραν να επιστρέψουν στην
κατεχόμενη Αγία Τριάδα Καρπασίας ζωντανοί από το ξέσπασμα του πολέμου.
Έφτασαν μια μικρή μάζα από ξεψυχισμένα κορμιά και πήραν ο καθένας το δρόμο
για το σπίτι του.
Σε ότι είχε μείνει δηλαδή από αυτό που ονόμαζαν σπίτι πριν τον πόλεμο.
Εκεί η οικογένεια του Ζαχαρία τον υποδέχτηκε με χαρά. Τον ενημέρωσαν ότι οι
Τούρκοι τους είχαν κατάσχει όλα τα ζώα τους, τις αγελάδες, τα μοσχαράκια, το
κοπάδι με τα πρόβατα, τις λιγοστές τους οικονομίες.
Επιπλέον, ο Ζαχαρίας έπρεπε να αναρρώσει από τα τραύματα του χωρίς να μπορεί
να πάει σε νοσοκομείο.
Όλα πλέον είχαν μπογιατιστεί με αίμα μια θυσίας που πολύ λίγοι έμαθαν. Τα πρώτα

χρόνια μετά την εισβολή κανένας από τους εγκλωβισμένους δεν έζησε ξέγνοιαστα
όπως πριν. Το ήξεραν πολύ καλά ότι όλα άλλαξαν, ότι έγιναν ξένοι στην ίδια τους
την χώρα. Ούτε λειτουργίες, ούτε χαρμόσυνες καμπάνες, ούτε πανηγύρια όπως
παλιά.
Οι χωριανοί σκέφτονταν για το μέλλον των παιδιών τους γιατί το γυμνάσιο και
λύκειο Ριζοκάρπασου είχε πλέον σταματήσει την λειτουργία του λόγω της κατοχής.
Και ο Ζαχαρίας έπρεπε να συνεχίσει να δουλεύει στα χωράφια όπως πρώτα. Να
συνεχίσει να βλέπει τους πάντες στα μάτια αλλά να μην τους αφήνει να δουν ότι
πλέον πάσχιζε να χαμογελάσει.
Ωστόσο, τον έβλεπες να συνεχίζει να δίνει κουράγιο στην οικογένεια του, ότι ο
αγώνας για επιβίωση συνεχιζόταν.
Όπως όπως, χωρίς λάβαρα και ύμνους, χωρίς τιμές και στέφανα, χωρίς τα
απαραίτητα για διαβίωση πολλές φορές. Για έναν αγώνα που πραγματικά
περνούσαν ολάκερα χρόνια και δεν ενδιέφερε κανέναν. Μην λέμε ψέματα, τους
εγκλωβισμένους τους θυμούνται μόνο στις εκλογές, οι εκάστοτε κυβερνήσεις της
Κυπριακής Δημοκρατίας και τα κόμματά της….

3000 ψυχές που λιγοστεύουνε μέρα με την μέρα, οι εγκλωβισμένοι της Καρπασίας,
ο ελληνισμός της Καρπασίας.
Δεν γίνεται να γέρασε απότομα ο Ζαχαρίας αλλά έτσι έγινε. Δεν το θέλουμε καμιά
φορά αλλά στεναχωριόμαστε περισσότερο όταν βλέπουμε τα παιδιά μας να φεύγουν
ανεπιστρεπτί για τις ελεύθερες περιοχές χωρίς να ξέρουμε πότε θα τα δούμε.
Πρώτη έφυγε για τις ελεύθερες περιοχές η Κυριακή, η κόρη του Ζαχαρία, για να
συνεχίσει το σχολείο με την συνοδεία του Ερυθρού Σταυρού. Δεν την άφησαν να
επιστρέψει στο πατρικό στα κατεχόμενα μέχρι τα 18 της χρόνια, και η επίσκεψη της
κράτησε μόνο για λίγες μέρες. Μετά έφυγαν οι γιοί του για τις ελεύθερες περιοχές
να ενταχθούν στο στράτευμα της Εθνικής Φρουράς. Τα παιδιά του Ζαχαρία και της
Ελένης παντρεύτηκαν και έκαναν οικογένεια στην προσφυγιά.
Και οι εγκλωβισμένοι συνεχίζουν τον αγώνα στο κατεχόμενο χωριό Αγία Τριάδα.
Δίνουνε το παρών τους στις ψιθυριστές λειτουργίες, στον παλιό καφενέ, τελικά στις
κηδείες των συγχωριανών τους. Αφήνουνε μηνύματα στο ράδιο ότι είναι καλά και
ότι στέλνουνε τους χαιρετισμούς τους στα παιδιά τους στις ελεύθερες περιοχές.
Διότι οι τηλεφωνικές γραμμές δεν λειτουργούν μετά τον πόλεμο στα κατεχόμενα.
Άλλες φορές έκαναν ανάσταση χωρίς ελπίδα, μόνοι και έρημοι στους τέσσερις

τοίχους. Ανάβανε τα κεράκια τους, περιμένανε κάθε Χριστούγεννα να δώσει η
τουρκοκυπριακή ηγεσία στα παιδιά τους άδεια να τους επισκεφτούν έστω για λίγες
μέρες.
Τα χρόνια περνούσαν και οι εγκλωβισμένοι δεν έλεγαν να φύγουν από την
Καρπασία για μια αξιοπρέπεια που τους έμεινε μαζί με την αδιαφορία και τους
διωγμούς του νεοσυστάμενου παράνομου κράτους της βόρειας Κύπρου.
Έτσι είναι ο αγώνας δύσκολος, ατελείωτος ειδικά αν δεν φαίνεται φως στο τούνελ
και αυτό το σκότος να διαιωνίζεται για δεκαετίες ολόκληρες. Και προχωρούνε οι
εγκλωβισμένοι, και θα προχωρούνε φαντάζομαι. Δεν το συναντάς αλλού αυτό στην
κατεχόμενη Κύπρο. Όσα χρόνια και να περάσουν θα ακούς πάντα την πανάρχαια
λαλιά των Αχαιών στο μικρό ψαροχώρι της Αγίας Τριάδας, αρκεί να αφουγκραστείς
την καρδιά του τόπου. Μην σε γελούν περαστικέ ταξιδιώτη οι πολλές κόκκινες
σημαίες … Ο χρόνος εδώ έχει παγώσει σχεδόν για πάντα. Κόντρα στις δυσκολίες,
τις στερήσεις, την καταπίεση γεννείται μια αδάμαστη φωτιά στην θάλασσα της
λήθης.
Σαν μια αμετανόητη αντίσταση φτιαγμένη μόνο για αυτούς που πιστεύουν ακόμα στα θαύματα και την ελευθερία. Αμήν.